Tuesday, June 5, 2007

Crave


Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου,
και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου,
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό,
και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου,
και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες,
και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ
και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου,
και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες
και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου
και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει
και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου,
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω
και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες,
και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς
και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα,
και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις,
και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε,
και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη
και να τη νοιώθω άδεια χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων
τον τα πάντα πληρούντα,
τον δίχως τέλος
και δίχως αρχή,
ερωτά μου
για σενα.





And I want to play hide-and-seek
and give you my clothes
and tell you I like your shoes
and sit on the steps while you take a bath
and massage your neck
and kiss your feet
and hold your hand
and go for a meal
and not mind when you eat my food
and meet you at Rudy's
and talk about the day
and type your letters
and carry your boxes
and laugh at your paranoia
and give you tapes you don't listen to
and watch great films
and watch terrible films
and complain about the radio
and take pictures of you when you're sleeping
and get up to fetch you coffee
and bagels and Danish
and go to Florent
and drink coffee at midnight
and have you steal my cigarettes
and never be able to find a match
and tell you about the the programme I saw the night before
and take you to the eye hospital
and not laugh at your jokes
and want you in the morning but let you sleep for a while
and kiss your back
and stroke your skin
and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your...
and sit on the steps smoking till your neighbour comes home
and sit on the steps smoking till you come home
and worry when you're late and be amazed when you're early
and give you sunflowers
and go to your party
and dance till I'm black
and be sorry when I'm wrong
and happy when you forgive me
and look at your photos
and wish I'd known you forever
and hear your voice in my ear
and feel your skin on my skin
and get scared when you're angry
and your eye has gone red
and the other eye blue
and your hair to the left
and your face oriental
and tell you you're gorgeous
and hug you when you're anxious
and hold you when you hurt
and want you when I smell you
and offend you when I touch you
and whimper when I'm next to you
and whimper when I'm not
and dribble on your breast
and smother you in the night
and get cold when you take the blanket
and hot when you don't and melt when you smile
and dissolve when you laugh
and not understand why you think I'm rejecting you when I'm not rejecting you
and wonder how you could think I'd ever reject you
and wonder who you are but accept you anyway
and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you
and write poems for you
and wonder why you don't believe me
and have a feeling so deep I can't find words for it
and want to buy you a kitten I'd get jealous of because it would get more attention than me
and keep you in bed when you have to go
and cry like a baby when you finally do
and get rid of the roaches
and buy you presents you don't want
and take them away again
and ask you to marry me
and you say no again but keep on asking because though you think I don't mean it I do always have from the first time I asked you
and wander the city thinking it's empty without you
and want what you want and think I'm losing myself but know I'm safe with you
and tell you the worst of me
and try to give you the best of me because you don't deserve any less
and answer your questions when I'd rather not
and tell you the truth when I really don't' want to
and try to be honest because I know you prefer it and think it's all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life
and forget who I am
and try to get closer to you because it's a beautiful learning to know you
and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning
and somehow
somehow
somehow
communicate some
of the overwhelming
undying
overpowering
unconditional
all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love
I have for you."


Sarah Kane (1971-1999)


(Μαριάννα, Πέτρο, Γιωργο ξερετε ακριβως τους λογους αυτης της αντιγραφης...)

17 comments:

tzotza said...

δεν ξερω τους δικους σου προσωπικους λογους που το αντεγραψες αυτο,αλλα εγω το αισθανθηκα γραμμενο για μενα και για καποιον που τα τοσα πολλα 'και' με συνδεουνε επισης..
χαρακιρι βραδυατικα etalon!!!
καλο βραδυ και σευχαριστω που το εκανες post..

neutrino said...

καληνυχτα καλο, χωρις συγγνωμες και αλλες τετοιες βλακειες
αυτο το κειμενο απ'ο,τι φαινεται φτιαχτηκε για να πηγαινει απο χερι σε χερι. τωρα εδω μου μοιαζει πιο ταιριαστο. αυριο-μεθαυριο καποια αλλη ψυχη θα το χρειαζεται

οι λεξεις χορευουν και μεσα μου

..and i want to play hide and seek..

(και, χμ, ελπιζω η "επιρροη" να ειναι θετικη.. ξερεις..)
καληνυχτακαληνυχτα!

Anonymous said...

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό “τί” καί τό “έ”
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σενα και για μενα.

celsius33 said...

Το ποίημα είναι συγκλονιστικό , νόμιζα το έγραψες εσύ και είδα κάτω τη συγγραφέα .Να σου πω καλύτερα που δεν το γραψες. Είναι ένα τρομακτικό ποίημα ερωτικού ολοκληρωτισμού.Θυμάμαι το Καθαροί πια της ίδιας του Βογιατζή με τη Μουτούση και τον Κουρή πριν χρόνια , με τα τσιμέντα το σκηνικό γιαπί,τον Βογιατζή χιτλερικό γιατρό , τη γύμνια των ηθοποιών. Άγριο , άγριο πολύ , από τότε δεν έχω τολμήσει να δω κάτι από αυτήν.Τόσο σκοτεινό που δεν ήξερα αν μπορώ να συνεχίσω.Κριμα για το τέλος της . Εκπληκτικό ποίημα πάντως !!

BeBe said...

Δάκρυσα. Συγκλονιστικό. Απλά.
Σε ευχαριστούμε για την αντιγραφή. Τουλάχιστον το έκανες εσύ.
Απίστευτη.

Dimitris Athinakis said...

Πειράζει που θέλω κι εγώ, ετσιθελικά, να οικειοποιηθώ, χωρίς βέβαια να μου εξηγήσεις, τους λόγους της αντιγραφής; Θα ξεκινήσω με τη Sarah Kane. αλλά δε θα συνεχίσω... απλώς θα σου πω ένα ευχαριστώ και για τα σχόλιά σου (οξυδερκή και τρυφερά), και για τα posts σου [πανω απ' όλα], και για το link, το οποίο ανταποδίδω... όλα είναι γενική κτητική και μια πανάρχαια κατάρα του "μείνε" των δαχτύλων... γεια και χαρά.

Lithium said...

;(

apisteuto....

xxxxx

IdentityCafe said...

etalon
θενκς μαν, εμαθα την Kane απο δω...

συνεχιζει να με εντυπωσιαζει ποσες φορες η καλλιτεχνικη δημιουργια συναδει με σοβαρης μορφης καταθλιψη η αλλη ψυχιατρικη ασθενεια...
φαντασου λεει η βικι οτι μετα θανατον, τα εργα της καποια στιγμη παιζονταν ταυτοχρονα σε 17 θεατρα στη Γερμανια!!!

λόγια του αέρα said...

Η Σάρα Κέιν μου φαίνεται μοναδική περίπτωση ανθρώπου με κατάθλιψη που οδήγήθηκε εκεί επειδή αγάπησε πολύ και δεν το έντεξε ούτε η ίδια.
Θυμάμαι μια εξαιρετική παράσταση που βασίστηκε σε κείμενά της στις "Νέες Μορφές", σκηνοθεσία του Γιάννη Παρασκευόπουλου, τι κρίμα που δεν την είχατε δει στην Αθήνα.
Συγκλονιστικό ποίημα, δεν το ήξερα ή δεν το θυμόμουν.
Οι φωτό από πού είναι; Ποιος τις τράβηξε;

Queerdom said...

Ax..Sarah..Νά'σαι καλά etalon..Καιρό είχα να διαβάσω.

Γιώργος Β. said...

Αγάπη μου σε περιμένω….
Πόσο διαρκεί μια μέρα στο σκοτάδι ή μια εβδομάδα….
Η φωτιά έσβησε τώρα και κρυώνω φοβερά.
Φοβάμαι ότι ξοδεύω το φως γράφοντας αυτά τα λόγια…..
Πεθαίνουμε…
Πεθαίνουμε πλούσιοι από εραστές…από γεύσεις που κατάπιαμε…
Από κορμιά , που τα κολυμπήσαμε σαν να ταν ποτάμια..
Από φόβους, που μέσα τους κρυφτήκαμε, σαν τη σπηλιά αυτή..
Θέλω όλα αυτά να χαραχτούν στο κορμί μου.
Εμείς είμαστε οι αληθινές χώρες και όχι αυτές με τα σύνορα τα χαραγμένα στους χάρτες..
Ξέρω ότι θα έρθεις να με πας στο παλάτι των ανέμων.
Αυτό ήθελα πάντα.
Να πάω σ ένα τέτοιο μέρος μαζί σου.
Με φίλους.
Σε μια γη χωρίς χάρτες…

Το φως έσβησε κι εγώ γράφω..στο σκοτάδι…

(Από τον΄"Άγγλο ασθενή". Αντιγραφή από το κινηματογραφικό έργο)

Κώστας said...

Καταπληκτικό... Πρώτη φορά το διαβάζω.

μαρία said...

η 8εατρικη ομαδα της verba non facta επαιξε το 4:48 psychosis πριν 3 εβδομαδες. ηταν πολυ καλο! κριμα που το post το ειδα τωρα. ευτυχως που κανουμε sarah kane στην αγγλικη φιλολοφια...

Y.K.M.T. said...

mia anasa mou pire...kontepsa sxedon na pe8anw...

a.c. said...

αφού τελικά τα χαρισμένα είναι τα πιο γλυκά (κι εγώ ζηλιάρης, φθονερός, πιο ματαιόδοξος απ'την ματαιοδοξία) αυτό για σένα καλό μου και για όποιον κι όποια το θελήσει - αλλά απ'το χέρι σου.



Ο ιππότης του φθινοπώρου




Καλησπέρα.
Ελάτε, περάστε, καθίστε στην αυλή μου. Καλώς ήλθατε.
Όπου νά’ναι θα νυχτώσει. Είναι αργά. Η ισημερία πέρασε, κι οι μέρες μικραίνουν ολοένα. Κάνατε καλά που σταματήσατε.
Θέλετε κάτι να σας φέρω; Όχι. Καλά. Ας καθίσουμε.


Τί ωραία ξανθά μαλλιά που έχετε. Κόκκινα τώρα, όπως τα βλέπω μέσ’απ’τα κεριά. Κόκκινη κι η γυαλάδα των ματιών σας, το δέρμα σας, τα χείλη, όλα κόκκινα. Κόκκινα και τα φύλλα, και το αίμα μέσ’απ’τα δικά μου χείλη, που τα δαγκώνω εδώ και ώρα. Άραγε φαίνεται;
Όχι, δεν πρέπει να σας δείξω πόθο. Δεν πρέπει να το καταλάβετε.
Πόσο αδύναμη είμαι.


Σας αρέσει, λέτε, το τσάι που σας έφτιαξα. Ω, είστε τόσο ευγενικός…
Είμαι σίγουρη πως έχετε πιεί κι αλλού καλύτερο. Το δικό μου… δεν ξέρω… έχει μείνει πολλά χρόνια στο κουτί του, έχει χάσει κάτι από τ’άρωμα, από τη νιότη του, είναι θαρρώ λιγάκι σαν και μένα. Γερασμένο.
Πώς είπατε; Όχι, όχι, είστε πολύ καλός, όμως δεν έχω πια ούτε την ώριμη ομορφιά του φθινοπώρου.
Είμαι, ας πούμε, πιο κοντά στον χειμώνα.
Στην παγωνιά.


Έχετε δάχτυλα ευγενικού ανθρώπου.
Πρέπει, υποθέτω, να φέρεστε καλά σ’όσους σας αγαπούν.
Όμως γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά; Τί ωφελεί; Περαστικός, είπατε να ξαποστάσετε για μια νύχτα εδώ, ψάχνατε μιαν αυλή, ένα σπίτι.
Γιατί ν’αναρωτιέμαι για την τροφή του αλόγου σας και τη μυρωδιά που θα έχουν τα πόδια σας όταν βγάλετε τις ιδρωμένες μπότες;
Η ομορφιά του φθινοπώρου…
Ευγενικέ ιππότη, ευτυχώς. Δεν ξέρετε ότι κάτω απ’αυτό το στρώμα του χιονιού υπάρχουν ψόφιες αλεπούδες και σκαντζόχοιροι.
Ψόφια ποντίκια. Κίσσες. Ερπετά. Σκουληκιασμένα.


Σας κούρασε το αποψινό ταξίδι.
Μή νοιάζεστε. Γρήγορα θα ξεκουραστείτε. Θα κάνω ό,τι μπορώ.
Θέλω να πώ, στην ηλικία σας εύκολα κανείς κουράζεται κι εύκολα ξεκουράζεται. Είστε σαν καταιγίδες του Αυγούστου εσείς οι νέοι.
Ω, μην με κάνετε να γελώ!… Όχι, όχι, είστε γλυκός όσο γλυκό θα ήθελα να είταν το τσάι που σας φίλεψα, όμως υπάρχει διαφορά.
Σίγουρα. Εγώ, θέλω να πώ, όλα αυτά είναι περασμένα.
Τελειωμένα.
Κάνει κρύο, μήπως να καθόμασταν μέσα;


Δεν φταίω εγώ που όλα εδώ μέσα φαίνονται τόσο φτωχικά.
Ερημιά τόσα χρόνια, άγνωστοι άνθρωποι απ’την εξοχή, από τα σκοτεινά δάση, μου το ρημάξανε. Και κλέφτες τίμιοι, που τους γνώριζα. Προπαντός αυτοί. Μου αφήσαν μόνο τα μπακίρια και τα ψευτοασημικά.
Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των χεριών, τόσο πολλών χεριών, παντού μέσα στο χώρο.
Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των ελπίδων.


Ώστε στ’αλήθεια παίζετε λαγούτο; Όχι, έτσι το είπα, δεν το είχα μαντέψει. Εγώ, ξέρετε, δεν έχω πια ανάγκη μουσικής.
Θλιβερό, συμφωνώ μαζί σας. Όμως γιατί να τραγουδήσω μόνη; Σε ποιόν; Για ποιόν; Τί σημασία θά’χουνε τα λόγια του τραγουδιού; Ποιός θα συγκινηθεί μαζί μου, ποιός θα με πάρει αγκαλιά αν κλάψω;
Με συγχωρείτε, δεν πρέπει να σας φορτώνω με τα δικά μου. Όχι, μη.
Μην το λέτε. Δεν χρειάζονται οικειότητες, σας παρακαλώ.
Είμαι μόνη, πολλά χρόνια τώρα, παρακαλώ να το θυμάστε.
Μην λέτε κάτι που μπορεί να μην σκεφτήκατε.


Τώρα γιατί αυτό το παιχνίδι;
Είναι η ζέστη από το τζάκι, είναι η κούραση, η επιμονή; Είναι το ταξίδι που ήρθε και θα συνεχίσει, κι ας αφήσει πίσω έναν σταθμό ακόμη;
Το ασθενικό οινόπνευμα του μηλίτη;
Γιατί; Δεν ξέρετε πόσο εύκολο είναι; Και πόσο τραγικό για μένα;
Εκτός κι αν…
Όχι. Αυτό πρέπει να το ξεχάσω.



Από πού έρχεστε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτη; Ά, μάλιστα.
Έχω βρεθεί εκεί μια-δυό φορές. Ναί, τί να σας πώ, οι αναμνήσεις μου είναι μπερδεμένες. Άλλωστε το μυαλό τα ταιριάζει με το χρόνο κατά πώς θέλει εκείνο. Ελπίζω πως είταν ευχάριστα.
Και πού πηγαίνετε; Δεν ξέρετε; Μα είναι δυνατόν;
Και το άλογό σας; Έχετε… συγγνώμη, ελπίζω να μην σας προσβάλλω, μα είστε σίγουρος πως τα τρόφιμα θα φτάσουν; Το χρυσάφι σας;
Δεν φοβάστε τους ληστές, έτσι, δίχως συγκεκριμένο προορισμό;
Ξέρετε, στα γύρω δάση υπάρχουνε πολλοί. Έχουνε μπεί κι εδώ.


Όχι, δεν θέλω την λύπη σας, αλλάξτε βλέμμα.
Έτσι. Καλύτερα. Καλύτερα οικειότητα, κι ας κάνω πως δεν την θέλω, κι ας είναι μείγμα της φωτιάς και του μηλίτη και της νύχτας.
Ένα βολικό ψέμμα είναι προτιμότερο από μιαν άβολη αλήθεια.


Ώστε είστε ένας περιπλανώμενος μουσικός στον μεγάλο κόσμο.
Πόσο όμορφο ακούγεται αυτό… να ταξιδεύεις, να μην νοιάζεσαι για το αύριο, να μην ξέρεις πού θα σε βγάλει η κάθε μέρα…
Θά’λεγα, κατά κάποιον τρόπο, πως οι ζωές μας μοιάζουν.
Ούτε κι εγώ νοιάζομαι για το αύριο. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει.
Μόνο που αυτό συμβαίνει γιατί για μένα δεν υπάρχει αύριο. Είμαι όπως εσείς, αλλά χωρίς τον μεγάλο κόσμο. Και δίχως μουσική.
Ίσως οι ζωές μας να μην μοιάζουν καθόλου.


Μην εξακολουθώ να βασανίζομαι.
Ας κάνω ότι νυστάζω. Να πώ πως τελειώνουνε τα ξύλα. Να σας δείξω την κάμαρα των ξένων και να πάω να κοιμηθώ. Αύριο θά’χετε φύγει.
Όμως δεν θέλω να φύγετε. Δεν θέλω να φύγετε ποτέ. Θέλω να μείνετε για πάντα εδώ, να μοιραστείτε τη φτώχεια και το κρύο του σπιτιού μου, να κοιμηθείτε στο κρεββάτι μου, για πάντα, να γεράσετε πλάι μου.
Μονάχα έτσι υπάρχει ελπίδα να σταματήσω να γερνάω εγώ.
Νά’την πάλι η ελπίδα. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Από πού μπήκε;


Μου λέγατε πώς είταν η ζωή σας. Παιδάκι, με περιποιήσεις και φροντίδες, και πλούσια τραπέζια και δασκάλους και ρούχα διαλεχτά.
Σ’αυτό, με συγχωρείτε που το παίρνω πάλι πίσω, μοιάζουμε πολύ.
Κι εγώ ανατράφηκα σε αφάνταστο πλούτο. Δεν έλειπε τίποτε.
Γλώσσες, μουσική, φαντασία, υπερβολή. Μου δίδαξαν την ευτυχία.
Τώρα, πώς έφτασα εδώ, μην το ρωτάτε. Ίσως να είχα κάποιαν έμφυτη κλίση στη δυστυχία.
Γελάτε; Όχι, προς Θεού, δεν τό’πα γι’αυτό. Δεν με θίξατε.
Το προτιμώ, να γελάτε.
Ας γελάσει και κάποιος σ’αυτό το σπίτι.


Απορείτε, καλέ μου ιππότη, με την ατσάκιγη φορεσιά και το ξανθό στεφάνι στο μέτωπο. Με περιεργάζεστε, αλλόκοτο θέαμα. Μυστήριο.
Δεν ξέρετε, ή δεν θυμάστε φαίνεται, νά’χετε περάσει από πόλεις που έχουνε λιμάνι. Και δίπλα εκεί που ξεφορτώνουνε τα πλοία, στα υπόγεια των μαγέρικων που το φαγητό τους είναι πιο βρώμικο κι από το σάλιο των γλάρων, κάτι μικρά δωμάτια χωρίς φώς και χωρίς ντροπή.
Κοπέλες, μόνες, που δεν τους επιτρέπεται να φύγουν. Πρέπει πρώτα να περάσει όλο το πλήρωμα, να περάσουν ορδές οι ναύτες κι οι εργάτες κι οι μεθύστακες. Να τσαλαπατήσουνε την ψιλή δαντέλλα στη λάσπη.
Κάπως έτσι, λοιπόν, εξηγείται.
Μην απορείτε.


Φοβάμαι ότι σας κούρασα. Δεν μιλώ πολύ, κι όταν μιλώ, μιλώ πάρα πολύ. Ζητώ συγγνώμη – η δίδυμη μορφή της μοναξιάς. Σιωπή και χάος.
Αν θέλετε, μπορώ να σας δείξω τον ξενώνα. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, λυπάμαι, όμως για ένα βράδυ…
Πώς; Θέλετε να καθίσουμε κι άλλο; Λίγο μηλίτη ακόμα;
Ας είναι. Ελπίζω να μην ενεργείτε μόνο από ευσπλαχνία. Μη γελάτε. Όχι, μ’αρέσει ν’ακούω το γέλιο σας. Κάνει ωραίο αντίλαλο.
Απλά, κάποιες στιγμές φοβάμαι πως…τίποτε.
Πείτε μου κι άλλες ιστορίες, δεν χορταίνω να σας ακούω.


Στην πραγματικότητα όλες τις ιστορίες σας τις ξέρω καλύτερα από σας, ωραίε ιππότη. Τις έχω γράψει, τις έχω ζήσει.
Θα παραστήσω μονάχα την έκπληκτη, για να μην σας τρομάξω.
Όλοι τρομάζουν, κι εσείς θ’ανατριχιάζατε αν ξέρατε πόσο καλά σας ξέρω. Πόσο μπορώ, αν θέλω, να μαντέψω την παραμικρή σκέψη σας, το παραμικρό σας νεύμα προτού ακόμα γεννηθεί.
Μπορώ να κατευθύνω αυτή την νύχτα.
Η τραγωδία μου είναι ότι δεν μπορώ να κατευθύνω τις επόμενες.


Κάποτε αγαπήσατε πολύ, λοιπόν. Και πληγωθήκατε.
Η αγάπη σας δεν βρήκε ανταπόκριση.
Πνίξατε την λύπη σας στο κρασί και στο τραγούδι, κι αρχίσατε να περιπλανιέστε μόνος, με τ’άλογό σας, για να λησμονήσετε.
Μην αφήνετε τη θλίψη να σας μαυρίζει τα μάτια. Ακούστε τη συμβουλή μου: Αν δεν ιστορούσατε τώρα αυτή τη χαμένη αγάπη, θα είχατε λησμονήσει ακόμα και τη λησμονιά της.
Μπορείτε, έχετε την δύναμη, το βλέπω.
Πολλοί έρωτες σας περιμένουν.
Ίσως να μην τους περιμένετε εσείς.


Με συγχωρείτε γι’αυτή την τόσο καλοζυγισμένη κουβέντα.
Όμως, θά’πρεπε να με είχατε αναγνωρίσει από τα πεινασμένα μάτια, έστω κι αν κάτι κρύβουν οι ρυτίδες.
Για ποιά ανταπόκριση μου μιλάτε; Πόσο αστείος είστε…
Θά’θελα να γελάσω, κι όχι με τον γλυκό, δικό σας τρόπο, αλλά στα μούτρα σας, αγενέστατα.
Τραγούδια και κρασί και το πράσινό σας άλογο έξω που βόσκει.
Θά’πρεπε νά’χα στραγγίξει όλα τ’αμπέλια της οικουμένης.
Κι οι λυγμοί μου νά’χανε ξυπνήσει τα πουλιά σε άλλους πλανήτες.


Και λέτε πως εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα.
Πως γυρεύετε ν’αφοσιωθείτε σε μια ζεστή καρδιά, να γείρετε πλάι το κεφάλι σας, κι εκεί ν’αποκοιμηθούν τα τραγούδια κι ο πόνος κι η κούραση των ταξιδιών σας.
Μακάρι να το εννοείτε. Δεν το λέω γιατί σας αμφισβητώ, συγγνώμη αν κάπως έτσι ακούστηκε.
Το λέω μονάχα για λογαριασμό κάθε ζεστής καρδιάς.
Κάνει κρύο, δε νομίζετε;


Σε λίγο θ’αντιληφθείτε την ματαιότητα του αποψινού παιχνιδιού, το χαμένο χρόνο που είταν η αποψινή σας στάση.
Θα με κοιτάξετε καλύτερα, θα με αναγνωρίσετε, θα δείτε χαραγμένους τους αιώνες της απόγνωσης, θα με σιχαθείτε.
Δεν θα θέλετε ούτε να με φτύσετε.
Ίσως πάλι και να’ρθείτε, επειδή είναι φτηνά, επειδή δεν κοστίζει τίποτε να τσαλαβουτάς μέσα στη φτώχεια όταν σου έχουν απομείνει λίγα δικά σου πλούτη, καλά κρυμμένα.
Σ’αυτή την περίπτωση, ελπίζω να κρύβετε πολύ καλά τα δικά σας.
Αλλιώς κινδυνεύετε σοβαρά να σας τα κλέψω.


Μα είστε σίγουρος πως θέλετε να καθίσουμε κι οι δυό σε τούτο το στενό καναπεδάκι; Νοιώθω λίγο αταίριαστη, τόσο κοντά σας.
Εσείς…
Πάλι γελάτε. Λοιπόν, εντάξει, ας καθίσουμε μαζί.
Ίσως έτσι να ζεσταθώ λιγάκι.


Προσποιούμαστε ότι έχει κρύο.
Τί άλλο; Σας εξομολογούμαι ότι έχει πολλά χρόνια να συμβεί.
Ψέματα. Συνέβη μόλις χτές. Κατέβηκα μέσα στη νύχτα από ένα θόρυβο, είδα έναν κλέφτη να κοιμάται στο χαλί, η πόρτα ξεμανταλωμένη, και κουλουριάστηκα δίπλα του στο πάτωμα και κοιμήθηκα.
Γιατί να μην κάνω το ίδιο και μαζί σας;
Μόνο που χρειάζομαι, την τελευταία στιγμή – σας εκλιπαρώ, το έχω απόλυτη ανάγκη – να κάνετε πως πρώτος εσείς με παρακινείτε.
Χαρίστε μου την ματαιοδοξία μιας σίγουρης κατάφασης.


Το χέρι σας… τα πόδια σας… σίγουρα είναι βολικά εδωπέρα;
Μα… λέτε αλήθεια; Θα το θέλατε;
Δεν ξέρω. Ή μάλλον, ασφαλώς. Θα είταν αδύνατον να αρνηθώ.
Συγχωρήστε μονάχα, σας το λέω προκαταβολικά, το κρύο.
Δεν φτάνει ως εκεί πάνω η ζέστη της φωτιάς.
Κι ίσως στριμωχτούμε λιγάκι.
Πώς είπατε; Τώρα με αναγκάζετε να γελάσω μαζί σας.
Δεν είστε κακός, όχι, μην το λέτε. Είναι κακή η νύχτα.
Η οποιαδήποτε νύχτα. Ευτυχώς κάποτε τελειώνει.


Τώρα, που ανεβαίνουμε, για σας ίσως είναι όλα φευγαλέα.
Ένα στραβό μονοπάτι που πήρε το άλογό σας και χαθήκατε.
Ίσως προγραμματίζετε ήδη το πόσο γρήγορα θα με ξεχάσετε.
Σας ικετεύω. Ας μην είναι έτσι.


Προσέξτε εδώ, φοβάμαι πως η σκάλα είναι ετοιμόρροπη.
Κάποτε θα υποχωρήσει, και θα παγιδευτώ για πάντα εκεί πάνω.
Τί λέτε; Να συνέβαινε απόψε; Να παγιδευόσασταν μαζί μου;
Δεν έπρεπε να πιούμε αυτό το δεύτερο ποτήρι.
Νά’μαστε.
Ακολουθήστε με στα Ηλύσια Πεδία.
Στο δωμάτιο της Απελπισίας.


Πόσο γλυκό είναι το κορμί σας, ιππότη του φθινοπώρου…
Πόσα άλλα κορμιά μου θυμίζει…
Και πόσα άλλα κορμιά με τη σειρά τους θα μου το θυμίσουν…
Μακάρι να σταματούσε εδώ, απόψε, η παρέλαση των σωμάτων.
Έχω κουραστεί. Νοιώθω σαν χαράκωμα πολέμου. Δεν αντέχω να καταπίνω άλλους ανθρώπους. Είμαι μια ζωντανή εκατόμβη.
Που κάθε φορά την παρασύρει η ίδια πλάνη.
Όχι, δεν είναι πόλεμος. Όλα γίνονται για την ειρήνη.


Μη μιλάτε, σας παρακαλώ. Δε μ’ενοχλεί η φωνή σας, απλά είναι προτιμότερο όλα αυτά να γίνονται σιωπηλά.
Είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν μετά, αν ξεχαστούν.
Κι όμως, θα τα ξεχάσετε. Ελάτε τώρα…είναι σκοτάδι.
Με βλέπετε στο φώς ενός κεριού. Σε λίγο και χωρίς αυτό.
Δεν είμαι καν η αγάπη που θελήσατε κάποτε να λησμονήσετε.
Δεν θα αφηγηθείτε ποτέ καμμιά ιστορία για μένα.


Καλέ μου ιππότη, τώρα που σας σφίγγω απάνω μου, νομίζω πως τα σώματά μας μοιάζουνε στο ημίφως.
Έχω απορροφήσει λίγη από την νιότη σας, έχουν τριφτεί πάνω σας κάποια ίχνη από τα γηρατειά μου. Συμπληρωνόμαστε.
Αν κάποιος μας κοιτούσε απρόσεχτα, θα έλεγε πως έχουμε την ίδια ηλικία ακριβώς. Την ηλικία των εραστών, ή των πεθαμένων.
Γλυκέ μου ιππότη, αν κατά τύχη διαβάσετε την σκέψη μου, μην πείτε πως είμαι μια ιδιότροπη γριά που καταριέται την μοίρα της. Ξέρω καλά πως μοίρα δεν υπάρχει, την φτιάχνουμε μόνοι μας, σαν ένα στεφάνι.
Μόνο που για να πλέξει κανείς ένα στεφάνι, πρέπει να κόψει τα λουλούδια. Και τα λουλούδια, μόλις κοπούν, πεθαίνουν.
Η μοίρα είναι το σάβανο που υφαίνουμε όσο ζούμε.


Όλα τελείωσαν για απόψε. Αισθάνομαι στην ανάσα σας τον ύπνο.
Όχι, δε με πειράζει. Μ’αρέσει να κοιμηθείτε στην αγκαλιά μου. Αυτός που κοιμάται τελευταίος έχει την δύναμη. Ας είμαι η δυνατή απόψε.
Θα κλείσω τις κουρτίνες, μη σας ξυπνήσει ο ήλιος.
Αν είταν στο χέρι μου, θα του απαγόρευα να βγεί.
Δε θέλω να σας φοβίσω.



Δεν θέλω να σας φοβίσω, αλλά με κάνατε πάλι να ελπίζω.
Πάρτε αυτή την κατάρα από πάνω μου.
Χαρίστε μου μια ζωή που να μην έχει ανάγκη την ελπίδα.
Σβήστε το αύριο, κάντε το για μένα.
Θα σας αγαπήσω πολύ, θα σας αγαπήσω ανυπόφορα. Θα σας κάνω να θέλετε να φύγετε μακριά μου γιατί δε θ’αντέχετε την τόση αγάπη.
Κοιμάστε. Φυλάξτε με έστω ανάμεσα στ’άλλα όνειρα, όχι σαν το πιο δυνατό, δεν θα τολμούσα να ζητήσω κάτι τέτοιο. Σαν το πιο πρόσφατο.
Κάποιο βράδυ, όπως ξαπλώνουμε τώρα, θα πεθάνουμε.
Είναι αναπόφευκτο, ιππότη, θα πεθάνετε κι εσείς, κι εγώ, κι όσοι αγάπησαν κι όσοι αγαπήθηκαν. Και το θλιβερότερο απ’όλα, θα πεθάνουν κι εκείνοι που δεν αγαπήθηκαν. Παράλογο. Γιατί να πεθάνουν; Αφού είναι σαν να μην έζησαν.
Τραβήξτε όλα τα σκεπάσματα, αφήστε με να παγώσω. Καλύτερα να πεθάνω δίπλα σας παρά να ζώ περιμένοντας περιπλανώμενους ιππότες.
Είστε ένα σχήμα του μυαλού μου, μια σκιά στον τοίχο, ένα γρατσούνισμα των κλαδιών στο τζάμι από τον άνεμο. Αν σας κοιτάξω αλλιώς, μπορεί και να εξαφανιστείτε.
Όμως εγώ πιστεύω σε εσάς. Είστε η ελπίδα μου.
Το σπουδαιότερο, σας αγαπώ.
Πάρτε το όπως θέλετε.
Αυτό είναι το όνειρο ενός ονείρου κάποιου που δεν κοιμήθηκε ποτέ.

alienlover said...

είχα πολύ καιρό να κλάψω έτσι... σε ευχαριστώ..

μαρία said...

μόνο εγώ λυπάμαι οσους εχουν αισθανθει αναλογα? το εζησαν, τους γεμισε, τους εδωσε ζωη. Οταν τελείωσε ομως?